Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
croquer
01
τραγανίζω, μασώ δυνατά
mordre dans un aliment avec un son ou une action vive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
croque
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
croquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
croquerai
παθητική μετοχή
croqué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
croquions
Παραδείγματα
Ils croquent des carottes crues à midi.
Τραγανίζουν ωμή καρότα το μεσημέρι.
02
σκιτσάρω, κάνω πρόχειρο σχέδιο
dessiner ou esquisser rapidement les contours de quelque chose
Παραδείγματα
Il croque le paysage pour préparer sa peinture.
Croque το τοπίο για να προετοιμάσει τη ζωγραφική του.



























