croquer
cro
kʁɔ
kraw
quer
ke
ke
craquercloquerchoquer

Ορισμός και σημασία του "croquer"στα γαλλικά

croquer
01

τραγανίζω, μασώ δυνατά

mordre dans un aliment avec un son ou une action vive 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
croque
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
croquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
croquerai
παθητική μετοχή
croqué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
croquions
Παραδείγματα
Il croque dans la pomme avec appétit. 

Δαγκώνει το μήλο με όρεξη.

02

σκιτσάρω, κάνω πρόχειρο σχέδιο

dessiner ou esquisser rapidement les contours de quelque chose 
Παραδείγματα
L'architecte croque le plan du bâtiment. 

Ο αρχιτέκτονας croque το σχέδιο του κτιρίου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store