la crevette
cre
kʁə
krē
vette
vɛt
vet

Ορισμός και σημασία του "crevette"στα γαλλικά

01

γαρίδα, γαρίδα

petit crustacé marin ou d'eau douce, allongé et souvent comestible 
la crevette definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
crevettes
Παραδείγματα
La crevette est délicieuse dans les plats de fruits de mer. 

Η γαρίδα είναι νόστιμη στα πιάτα θαλασσινών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store