creuser
creu
kʁø
kreu
ser
ze
ze
baraquéaffoleramarrerflatter

Ορισμός και σημασία του "creuser"στα γαλλικά

creuser
01

σκάβω, ανοίγω τρύπα

faire un trou ou un espace vide en enlevant de la matière 
creuser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
creuse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
creusons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
creuserai
παθητική μετοχή
creusé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
creusions
Παραδείγματα
Le chien creuse un trou pour cacher son os. 

Ο σκύλος σκάβει μια τρύπα για να κρύψει το κόκαλό του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store