Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
creuser
01
σκάβω, ανοίγω τρύπα
faire un trou ou un espace vide en enlevant de la matière
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
creuse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
creusons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
creuserai
παθητική μετοχή
creusé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
creusions
Παραδείγματα
Le chien creuse un trou pour cacher son os.
Ο σκύλος σκάβει μια τρύπα για να κρύψει το κόκαλό του.



























