le covoiturage
covoiturage
kɔvwatyʁaʒ
kawvvatyrazh
co-voiturage

Ορισμός και σημασία του "covoiturage"στα γαλλικά

Le covoiturage
01

συμπαραπομπή, κοινή χρήση αυτοκινήτου

système de transport où plusieurs personnes partagent un véhicule pour un trajet commun 
le covoiturage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le covoiturage réduit les embouteillages et la pollution. 

Το car sharing μειώνει τις κυκλοφοριακές συμφορήσεις και τη ρύπανση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store