Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le covoiturage
01
συμπαραπομπή, κοινή χρήση αυτοκινήτου
système de transport où plusieurs personnes partagent un véhicule pour un trajet commun
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le covoiturage réduit les embouteillages et la pollution.
Το car sharing μειώνει τις κυκλοφοριακές συμφορήσεις και τη ρύπανση.



























