la couture
couture
kʊt͡sʏʁ
kootsur
coutumecoupure

Ορισμός και σημασία του "couture"στα γαλλικά

01

ραφή, κόψιμο

ligne où deux tissus sont assemblés par des points de fil 
la couture definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
coutures
Παραδείγματα
La couture de cette chemise est très solide. 

Η ραφή αυτής της μπλούζας είναι πολύ ανθεκτική.

02

ράψιμο, ραπτική

activité de fabriquer ou de réparer des vêtements en cousant 
la couture definition and meaning
Παραδείγματα
Elle aime la couture et fabrique ses propres vêtements. 

Της αρέσει η ράψιμο και φτιάχνει τα δικά της ρούχα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store