le courrier
courrier
kuʁje
koorye
coloriercoursiercoudriercourtier

Ορισμός και σημασία του "courrier"στα γαλλικά

01

ταχυδρομείο, αλληλογραφία

ensemble des lettres, colis et documents envoyés ou reçus par la poste 
le courrier definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
courriers
Παραδείγματα
J'ai reçu un courrier ce matin. 

Έλαβα αλληλογραφία σήμερα το πρωί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store