la courgette
cour
kuʁ
koor
gette
ʒɛt
zhet
courbettecouchette

Ορισμός και σημασία του "courgette"στα γαλλικά

01

κολοκυθάκι, ζουκίνι

plante potagère dont le fruit allongé est vert et comestible 
la courgette definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
courgettes
Παραδείγματα
Elle fait une soupe de courgettes. 

Κάνει μια σούπα με κολοκυθάκι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store