le coureur
coureur
kuʁœʁ
kooroer
couvreurcouleurcoupeur

Ορισμός και σημασία του "coureur"στα γαλλικά

01

δρομέας, αθλητής

personne qui pratique la course à pied ou participe à des compétitions de course 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
coureurs
αρσενικό ενικό
coureur
θηλυκό ενικό
coureuse
neutral form
coureur·euse
Παραδείγματα
Le coureur a terminé le marathon en trois heures. 

Ο δρομέας ολοκλήρωσε το μαραθώνιο σε τρεις ώρες.

02

γυναικάς, ντον χουάν

personne qui recherche fréquemment des aventures amoureuses 
Παραδείγματα
Ce coureur change de petite amie chaque mois. 

Αυτός ο γυναικάς αλλάζει κοπέλα κάθε μήνα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store