la courbe
courbe
kuʁb
koorb
courgecoursecourre

Ορισμός και σημασία του "courbe"στα γαλλικά

01

καμπύλη, καμπύλη γραμμή

ligne mathématique continue sans angles 
la courbe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
courbes
Παραδείγματα
La courbe du graphique montre une croissance exponentielle. 

Η καμπύλη στο γράφημα δείχνει εκθετική ανάπτυξη.

01

καμπύλος, κυρτός

qui présente une forme arrondie 
courbe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus courbe
συγκριτικός βαθμός
plus courbe
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
courbe
αρσενικό πληθυντικό
courbes
θηλυκό ενικό
courbe
θηλυκό πληθυντικό
courbes
Παραδείγματα
Cette route courbe est dangereuse pour les camions. 

Αυτός ο κυρτός δρόμος είναι επικίνδυνος για τα φορτηγά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store