le coup de main
Pronunciation
/ku də mɛ̃/

Ορισμός και σημασία του "coup de main"στα γαλλικά

Le coup de main
[gender: masculine]
01

βοηθητικό χέρι, πρακτική βοήθεια

aide ponctuelle et pratique apportée à quelqu'un
le coup de main definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
coups de main
Παραδείγματα
Un petit coup de main serait bien apprécié !
Ένα χέρι θα εκτιμηθεί πολύ.
02

έκπληκτη επίθεση, αιφνίδια επίθεση

attaque soudaine et rapide menée par des forces militaires
Παραδείγματα
Un coup de main audacieux derrière les lignes ennemies.
Μια τολμηρή αιφνιδιαστική επίθεση πίσω από τις εχθρικές γραμμές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store