Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le coude
[gender: masculine]
01
αγκώνας, άρθρωση του βραχίονα
articulation entre le bras et l'avant-bras
Παραδείγματα
Le coude est souvent douloureux après un effort intense.
Ο αγκώνας είναι συχνά επώδυνος μετά από έντονη προσπάθεια.
02
στροφή, καμπή
courbe ou angle formé par une route, un chemin ou une rivière
Παραδείγματα
Ils ont pris le coude trop rapidement et ont failli tomber.
Πήραν την στροφή πολύ γρήγορα και παραλίγο να πέσουν.



























