Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le cortège
01
groupe organisé de personnes qui avancent ensemble lors d'une cérémonie
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cortèges
Παραδείγματα
Dans le cortège carnavalesque, chacun portait un masque vénitien.



























