Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La corruption
01
διαφθορά, δωροδοκία
pratique illégale ou immorale consistant à offrir ou recevoir des avantages pour influencer une décision ou une action
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Il faut dénoncer la corruption pour améliorer la société.
Πρέπει να καταγγείλουμε τη διαφθορά για να βελτιώσουμε την κοινωνία.
Λεξικό Δέντρο
corruption
corrupt



























