Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La corruption
01
διαφθορά, δωροδοκία
pratique illégale ou immorale consistant à offrir ou recevoir des avantages pour influencer une décision ou une action
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La corruption nuit au développement économique.
Η διαφθορά βλάπτει την οικονομική ανάπτυξη.
Λεξικό Δέντρο
corruption
corrupt



























