Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
corriger
01
διορθώνω, διορθώ
rendre quelque chose exact ou sans erreur en faisant des modifications
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
corrige
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
corrigeons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
corrigerai
ενεστώτα μετοχή
corrigeant
παθητική μετοχή
corrigé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
corrigions
Παραδείγματα
J' ai demandé à mon ami de corriger mon article.
Ζήτησα από τον φίλο μου να διορθώσει το άρθρο μου.



























