corriger
Pronunciation
/kɔʀiʒe/

Ορισμός και σημασία του "corriger"στα γαλλικά

corriger
01

διορθώνω, διορθώ

rendre quelque chose exact ou sans erreur en faisant des modifications
corriger definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
corrige
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
corrigeons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
corrigerai
ενεστώτα μετοχή
corrigeant
παθητική μετοχή
corrigé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
corrigions
Παραδείγματα
J' ai demandé à mon ami de corriger mon article.
Ζήτησα από τον φίλο μου να διορθώσει το άρθρο μου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store