Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La corne
01
κέρατο, κέρατο ζώου
excroissance dure et pointue qui pousse sur la tête de certains animaux (comme les vaches, les chèvres, etc.)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
cornes
Παραδείγματα
Les rhinocéros ont une corne sur le nez.
Οι ρινόκεροι έχουν ένα κέρατο στη μύτη τους.
02
γωνία, ακρογωνιά
partie pointue ou saillante d'un objet, souvent à l'angle ou au coin
Παραδείγματα
La corne du bâtiment est décorée de sculptures.
Η γωνία του κτιρίου είναι διακοσμημένη με γλυπτά.



























