Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le corail
[gender: masculine]
01
κοράλλι, θαλάσσιο ζώο που σχηματίζει κοραλλιογενείς υφάλους
animal marin qui forme des récifs, souvent utilisé en joaillerie
Παραδείγματα
Le corail rouge est très prisé en bijouterie.
Ο κόκκινος κοράλλι είναι πολύ πολύτιμος στην κοσμηματοποιία.
corail
01
κοραλλί, κοραλλένιος
de couleur rose-orangé vif, semblable à celle du corail marin
Παραδείγματα
J' adore ton rouge à lèvres corail !
Λατρεύω το κοραλλί χείλος σου!



























