Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
coquin
01
άτακτος, πανούργος
qui est impertinent, un peu insolent ou malicieux
Παραδείγματα
Son comportement coquin a surpris ses parents.
Η ατακτική συμπεριφορά του εξέπληξε τους γονείς του.
02
ατακτος, παιχνιδιάρης
qui aime jouer des tours ou être malicieux
Παραδείγματα
Son comportement coquin amuse tout le monde.
Η παιχνιδιάρικη συμπεριφορά του διασκεδάζει όλους.



























