Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La copropriété
01
συγκυριότητα, κοινή ιδιοκτησία
propriété partagée entre plusieurs propriétaires, chacun ayant un lot et partageant les espaces communs
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
copropriétés
Παραδείγματα
La copropriété a embauché un gardien pour l' immeuble.
Η ιδιοκτησία προσέλαβε έναν επιστάτη για το κτίριο.



























