la copropriété
Pronunciation
/kopʀɔpʀijete/

Ορισμός και σημασία του "copropriété"στα γαλλικά

La copropriété
01

συγκυριότητα, κοινή ιδιοκτησία

propriété partagée entre plusieurs propriétaires, chacun ayant un lot et partageant les espaces communs
la copropriété definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
copropriétés
Παραδείγματα
La copropriété a embauché un gardien pour l' immeuble.
Η ιδιοκτησία προσέλαβε έναν επιστάτη για το κτίριο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store