Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le copropriétaire
01
συνιδιοκτήτης, κοινοκτήτης
personne qui possède un bien avec une ou plusieurs autres personnes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
copropriétaires
Παραδείγματα
Un copropriétaire ne peut pas vendre sans l' accord des autres.
Ένας συνιδιοκτήτης δεν μπορεί να πουλήσει χωρίς τη συμφωνία των άλλων.



























