Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le copie
01
αντίγραφο, αναπαραγωγή
reproduction d'un texte ou d'un document écrit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
copies
Παραδείγματα
J'ai fait une copie du contrat pour toi.
Έκανα ένα αντίγραφο της σύμβασης για σένα.
02
εργασία, γραπτή εργασία
devoir écrit fait par un élève ou un étudiant
Παραδείγματα
L'élève a rendu sa copie en retard.
Ο μαθητής παρέδωσε την εργασία του αργά.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
copie
pie



























