coopératif

Ορισμός και σημασία του "coopératif"στα γαλλικά

coopératif
01

συνεργάσιμος, συνεργατικός

qui collabore volontiers avec les autres et contribue à un travail commun
coopératif definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus coopératif
συγκριτικός βαθμός
plus coopératif
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
coopératif
αρσενικό πληθυντικό
coopératifs
θηλυκό ενικό
coopérative
θηλυκό πληθυντικό
coopératives
Παραδείγματα
Il a montré un esprit coopératif tout au long du projet.
Έδειξε συνεργατικό πνεύμα καθ' όλη τη διάρκεια του έργου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store