convaincant
con
kɔ̃
κο
vain
vɛ̃
βε
cant
kɑ̃
κα

Ορισμός και σημασία του "convaincant"στα γαλλικά

convaincant
01

πειστικός

qui persuade, qui donne une bonne raison de croire 
convaincant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus convaincant
συγκριτικός βαθμός
plus convaincant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
convaincant
αρσενικό πληθυντικό
convaincants
θηλυκό ενικό
convaincante
θηλυκό πληθυντικό
convaincantes
θεματικό πεδίο
communication, persuasion, argumentation
Παραδείγματα
Son discours était très convaincant. 

Η ομιλία του ήταν πολύ πειστική.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store