Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La contrepartie
01
αντίπαλη πλευρά, αντίθετη άποψη
opinion ou position opposée à une autre dans un débat ou une discussion
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
contreparties
Παραδείγματα
Chaque proposition a sa contrepartie qu' il faut considérer.
Κάθε πρόταση έχει την αντίστοιχη της που πρέπει να ληφθεί υπόψη.
02
αντίτιμο, αντίπαλος
quelque chose qui correspond ou qui est donné en échange, en compensation ou en équivalence.
Παραδείγματα
La coopération internationale nécessite des contreparties mutuelles.
Η διεθνής συνεργασία απαιτεί αμοιβαίες αντιστοιχίες.



























