Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La continuité
01
συνέχεια, διαρκή ύπαρξη
fait de ne pas être interrompu, de durer sans arrêt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La continuité du service est assurée pendant les vacances.
Η συνέχεια της υπηρεσίας διασφαλίζεται κατά τις διακοπές.



























