la continuité
continuité
kɔ̃tinɥite
kawtinüite

Ορισμός και σημασία του "continuité"στα γαλλικά

La continuité
01

συνέχεια, διαρκή ύπαρξη

fait de ne pas être interrompu, de durer sans arrêt 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La continuité du service est assurée pendant les vacances. 

Η συνέχεια της υπηρεσίας διασφαλίζεται κατά τις διακοπές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store