continuer
Pronunciation
/kɔ̃tinɥe/

Ορισμός και σημασία του "continuer"στα γαλλικά

continuer
01

συνεχίζω

poursuivre une action ou un état sans s'arrêter
continuer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
continue
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
continuons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
continuerai
ενεστώτα μετοχή
continuant
παθητική μετοχή
continué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
continuions
Παραδείγματα
Tu peux continuer à lire ce livre si tu veux.
Μπορείς να συνεχίσεις να διαβάζεις αυτό το βιβλίο αν θέλεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store