continuer
continuer
kɔ̃tinɥe
kawtinüe

Ορισμός και σημασία του "continuer"στα γαλλικά

continuer
01

συνεχίζω

poursuivre une action ou un état sans s'arrêter 
continuer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
continue
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
continuons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
continuerai
ενεστώτα μετοχή
continuant
παθητική μετοχή
continué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
continuions
Παραδείγματα
Il a décidé de continuer ses études à l'étranger. 

Αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store