Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
continuer
01
συνεχίζω
poursuivre une action ou un état sans s'arrêter
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
continue
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
continuons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
continuerai
ενεστώτα μετοχή
continuant
παθητική μετοχή
continué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
continuions
Παραδείγματα
Il a décidé de continuer ses études à l'étranger.
Αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό.



























