Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le continent
[gender: masculine]
01
ήπειρος, ηπειρωτική χώρα
très grande étendue de terre entourée par les mers et les océans
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
continents
Παραδείγματα
Les cinq continents participent aux Jeux Olympiques.
Οι πέντε ήπειροι συμμετέχουν στους Ολυμπιακούς Αγώνες.
Λεξικό Δέντρο
continental
continent



























