contestable
contestable
kɔ̃tɛstablə
kawtestablē

Ορισμός και σημασία του "contestable"στα γαλλικά

contestable
01

αμφισβητήσιμος, διαφιλονικούμενος

qui peut être contesté, remis en question ou critiqué 
contestable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus contestable
συγκριτικός βαθμός
plus contestable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
contestable
αρσενικό πληθυντικό
contestables
θηλυκό ενικό
contestable
θηλυκό πληθυντικό
contestables
θεματικό πεδίο
validité, argumentation, jugement
Παραδείγματα
Cette décision est contestable. 

Αυτή η απόφαση είναι αμφισβητήσιμη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

incontestable
contestable
contest
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store