Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
contemporain
01
σύγχρονος, σύγχρονος
qui appartient à la même époque ou qui est actuel
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
contemporain
αρσενικό πληθυντικό
contemporains
θηλυκό ενικό
contemporaine
θηλυκό πληθυντικό
contemporaines
Παραδείγματα
L' architecture contemporaine utilise souvent du verre et de l' acier.
Η σύγχρονη αρχιτεκτονική χρησιμοποιεί συχνά γυαλί και ατσάλι.



























