contemporain
contemporain
kɔ̃tɑ̃pɔʁɛ̃
kawtaapawre

Ορισμός και σημασία του "contemporain"στα γαλλικά

contemporain
01

σύγχρονος, σύγχρονος

qui appartient à la même époque ou qui est actuel 
contemporain definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
contemporain
αρσενικό πληθυντικό
contemporains
θηλυκό ενικό
contemporaine
θηλυκό πληθυντικό
contemporaines
θεματικό πεδίο
temps, histoire, art
Παραδείγματα
Cet artiste contemporain expose ses œuvres à Paris. 

Αυτός ο σύγχρονος καλλιτέχνης εκθέτει τα έργα του στο Παρίσι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store