Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
contaminer
01
μολύνω, μολύνω
rendre impur par contact avec une substance nocive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
contamine
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
contaminons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
contaminerai
ενεστώτα μετοχή
contaminant
παθητική μετοχή
contaminé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
contaminions
Παραδείγματα
Les usines contaminent la rivière avec leurs déchets chimiques.
Τα εργοστάσια μολύνουν το ποτάμι με τα χημικά τους απόβλητα.
02
μολύνω, διαφθείρω
influencer négativement, corrompre
Παραδείγματα
Son cynisme a contaminé toute l'équipe.
Ο κυνισμός του μόλυνε όλη την ομάδα.



























