Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
contaminer
01
μολύνω, μολύνω
rendre impur par contact avec une substance nocive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
contamine
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
contaminons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
contaminerai
ενεστώτα μετοχή
contaminant
παθητική μετοχή
contaminé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
contaminions
Παραδείγματα
Une seule personne malade peut contaminer tout un bureau.
Μόνο ένα άρρωστο άτομο μπορεί να μολύνει ένα ολόκληρο γραφείο.
02
μολύνω, διαφθείρω
influencer négativement, corrompre
Παραδείγματα
La violence médiatique contamine les jeunes générations.
Η βία των μέσων μολύνει τις νεότερες γενιές.



























