Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La constitution
01
σύνταγμα, δομή
manière dont quelque chose est formé ou composé, structure d'un corps ou d'un objet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
constitutions
02
σύνταγμα, θεμελιώδης νόμος
ensemble des lois fondamentales qui organisent le fonctionnement d'un État
Παραδείγματα
La Constitution a été adoptée après de longues négociations.
Το Σύνταγμα εγκρίθηκε μετά από μακρές διαπραγματεύσεις.
03
σύσταση, θεμελίωση
action de créer ou d'établir quelque chose de manière officielle ou durable
Παραδείγματα
La constitution de la bibliothèque a duré plusieurs années.
Η ίδρυση της βιβλιοθήκης διήρκεσε αρκετά χρόνια.
Λεξικό Δέντρο
reconstitution
constitution
constitute



























