la constipation

Ορισμός και σημασία του "constipation"στα γαλλικά

La constipation
01

δυσκοιλιότητα, δυσκοιλιότητα

difficulté ou retard dans l'évacuation des selles, souvent accompagnée de douleurs abdominales
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La constipation chronique nécessite un suivi médical.
Η χρόνια δυσκοιλιότητα απαιτεί ιατρική παρακολούθηση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store