Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La consternation
01
κατάπληξη, απελπισία
sentiment de surprise mêlée de désapprobation ou d'incrédulité
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Sa réaction a provoqué la consternation de tout le monde.
Η αντίδρασή του προκάλεσε σύγχυση και αμηχανία σε όλους.
02
κατάπληξη, θλίψη
sentiment de tristesse ou de déception profonde
Παραδείγματα
Elle était en consternation après avoir perdu son emploi.
Ήταν σε κατάπληξη αφού έχασε τη δουλειά της.
Λεξικό Δέντρο
consternation
consternate



























