connecté
co
kaw
nne
ne
cté
kte
kte
connecter

Ορισμός και σημασία του "connecté"στα γαλλικά

01

συνδεδεμένος, συνδεμένος

relié à un réseau ou à un appareil électronique 
connecté definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
connecté
αρσενικό πληθυντικό
connectés
θηλυκό ενικό
connectée
θηλυκό πληθυντικό
connectées
Παραδείγματα
Mon ordinateur est connecté à Internet. 

Ο υπολογιστής μου είναι συνδεδεμένος στο Διαδίκτυο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store