Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
connecté
01
συνδεδεμένος, συνδεμένος
relié à un réseau ou à un appareil électronique
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
connecté
αρσενικό πληθυντικό
connectés
θηλυκό ενικό
connectée
θηλυκό πληθυντικό
connectées
θεματικό πεδίο
technologie, réseau, communication
Παραδείγματα
Mon ordinateur est connecté à Internet.
Ο υπολογιστής μου είναι συνδεδεμένος στο Διαδίκτυο.
LanGeek



























