la conjugaison
conjugaison
kɔ̃ʒygɛzɔ̃
kawzhygezaw

Ορισμός και σημασία του "conjugaison"στα γαλλικά

La conjugaison
01

κλίση, συζυγία ρημάτων

manière dont un verbe change de forme selon le sujet, le temps et le mode 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
conjugaisons
Παραδείγματα
La conjugaison du verbe être est irrégulière. 

Η κλίση του ρήματος είναι είναι ανώμαλη.

02

συνδυασμός, ένωση

action de réunir ou d'unir des éléments ensemble 
Παραδείγματα
La réussite est souvent le résultat de la conjugaison de plusieurs efforts. 

Η επιτυχία είναι συχνά το αποτέλεσμα της συνδυασμού πολλών προσπαθειών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store