Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La conjonction
[gender: feminine]
01
σύνδεσμος, ένωση
action de joindre ou de relier des éléments entre eux
Παραδείγματα
La conjonction des talents artistiques a créé un spectacle exceptionnel.
Η σύνδεση των καλλιτεχνικών ταλέντων δημιούργησε μια εξαιρετική παράσταση.
02
σύνδεσμος, συνδετικό
mot qui relie des mots, des phrases ou des propositions
Παραδείγματα
On utilise souvent la conjonction donc pour montrer la conséquence.
Χρησιμοποιούμε συχνά τη σύνδεση για να δείξουμε τη συνέπεια.



























