la conjonction
Pronunciation
/kɔ̃ʒɔ̃ksjˈɔ̃/

Ορισμός και σημασία του "conjonction"στα γαλλικά

La conjonction
01

σύνδεσμος, ένωση

action de joindre ou de relier des éléments entre eux
la conjonction definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La conjonction des talents artistiques a créé un spectacle exceptionnel.
Η σύνδεση των καλλιτεχνικών ταλέντων δημιούργησε μια εξαιρετική παράσταση.
02

σύνδεσμος, συνδετικό

mot qui relie des mots, des phrases ou des propositions
Παραδείγματα
On utilise souvent la conjonction donc pour montrer la conséquence.
Χρησιμοποιούμε συχνά τη σύνδεση για να δείξουμε τη συνέπεια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store