Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La conjonction
01
σύνδεσμος, ένωση
action de joindre ou de relier des éléments entre eux
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La conjonction des efforts de tous a permis de réussir le projet.
Η σύνδεση των προσπαθειών όλων επέτρεψε στο έργο να πετύχει.
02
σύνδεσμος, συνδετικό
mot qui relie des mots, des phrases ou des propositions
Παραδείγματα
Dans cette phrase, la conjonction et relie deux idées.
Σε αυτήν την πρόταση, ο σύνδεσμος συνδέει δύο ιδέες.



























