Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La congestion
01
-, -
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Le vieil homme est à l' hôpital à cause d' une congestion.
02
-, -
Παραδείγματα
Une congestion importante s' est formée à l' entrée de la gare.
Λεξικό Δέντρο
congestion
congest



























