Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
congeler
01
καταψύχω, παγώνω
transformer un aliment ou un liquide en solide sous l'effet du froid
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
congèle
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
congelons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
congèlerai
παθητική μετοχή
congelé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
congelions
Παραδείγματα
Les légumes se congèlent bien quand ils sont frais.
Τα λαχανικά καταψύχονται καλά όταν είναι φρέσκα.



























