congeler
congeler
kɔ̃ʒle
kawzhle
convolerconsoler

Ορισμός και σημασία του "congeler"στα γαλλικά

congeler
01

καταψύχω, παγώνω

transformer un aliment ou un liquide en solide sous l'effet du froid 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
congèle
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
congelons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
congèlerai
παθητική μετοχή
congelé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
congelions
Παραδείγματα
On a congelé les fruits pour l'hiver. 

Καταψύξαμε τα φρούτα για το χειμώνα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store