Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
conférer
01
απονέμω, χορηγώ
attribuer ou accorder quelque chose à quelqu'un, donner officiellement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
confère
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
conférons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
conférerai
παθητική μετοχή
conféré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
conférions
Παραδείγματα
Le président confère des décorations aux héros nationaux.
Ο πρόεδρος απονέμει διακρίσεις στους εθνικούς ήρωες.
02
συμβουλεύομαι
discuter ou échanger des avis avec quelqu'un pour prendre une décision
Παραδείγματα
Les ministres confèrent avant de voter la nouvelle loi.
Συμβουλεύονται πριν ψηφίσουν τον νέο νόμο.



























