Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
conférer
01
απονέμω, χορηγώ
attribuer ou accorder quelque chose à quelqu'un, donner officiellement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
confère
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
conférons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
conférerai
παθητική μετοχή
conféré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
conférions
Παραδείγματα
La convention confère des responsabilités importantes aux membres.
Η σύμβαση αναθέτει σημαντικές ευθύνες στα μέλη.
02
συμβουλεύομαι
discuter ou échanger des avis avec quelqu'un pour prendre une décision
Παραδείγματα
Les dirigeants confèrent sur les stratégies économiques à adopter.
Οι ηγέτες συζητούν τις οικονομικές στρατηγικές που πρέπει να υιοθετηθούν.



























