Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La conférence
01
συνέδριο, συνάντηση
réunion ou rassemblement où une personne ou plusieurs présentent des informations ou discutent d'un sujet précis
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
conférences
Παραδείγματα
La conférence sur le climat aura lieu demain.
Η συνδιάσκεψη για το κλίμα θα πραγματοποιηθεί αύριο.



























