Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le confort
01
άνεση, ευμάρεια
état d'être à l'aise, sans douleur ni gêne
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
conforts
Παραδείγματα
Le confort moderne facilite la vie quotidienne.
Η σύγχρονη άνεση διευκολύνει την καθημερινή ζωή.



























