le confort
Pronunciation
/kɔ̃fɔʀ/

Ορισμός και σημασία του "confort"στα γαλλικά

01

άνεση, ευμάρεια

état d'être à l'aise, sans douleur ni gêne
le confort definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
conforts
Παραδείγματα
Le confort moderne facilite la vie quotidienne.
Η σύγχρονη άνεση διευκολύνει την καθημερινή ζωή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store