Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La confession
01
ομολογία, εξομολόγηση
action de reconnaître ou d'avouer une faute, un secret ou une vérité
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
confessions
Παραδείγματα
Sa confession a surpris tout le monde.
Η ομολογία του εξέπληξε όλους.
02
ομολογία, προσωπική αποκάλυψη
révélation personnelle faite dans une émission, un livre, un film ou un récit
Παραδείγματα
L'émission est basée sur des confessions d'invités.
Η εκπομπή βασίζεται σε ομολογίες καλεσμένων.
Λεξικό Δέντρο
confession
confess



























