la confession
confession
kɔ̃fɛsjɔ̃
kawfesyaw
concessionconcussionconfusion

Ορισμός και σημασία του "confession"στα γαλλικά

01

ομολογία, εξομολόγηση

action de reconnaître ou d'avouer une faute, un secret ou une vérité 
la confession definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
confessions
Παραδείγματα
Sa confession a surpris tout le monde. 

Η ομολογία του εξέπληξε όλους.

02

ομολογία, προσωπική αποκάλυψη

révélation personnelle faite dans une émission, un livre, un film ou un récit 
Παραδείγματα
L'émission est basée sur des confessions d'invités. 

Η εκπομπή βασίζεται σε ομολογίες καλεσμένων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store