Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La condition
01
état ou manière d'être d'une personne ou d'une chose
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
conditions
Παραδείγματα
Ce livre est en mauvais condition.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
condition
cond



























