Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La condition
01
état ou manière d'être d'une personne ou d'une chose
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
conditions
Παραδείγματα
Les conditions de vie sont inacceptables dans ce pays.
Λεξικό Δέντρο
condition
cond



























