le condiment
condiment
kɔ̃dimɑ̃
kawdimaa

Ορισμός και σημασία του "condiment"στα γαλλικά

01

καρύκευμα, σάλτσα

substance utilisée pour assaisonner ou relever un plat 
le condiment definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
condiments
Παραδείγματα
Le sel et le poivre sont les condiments les plus courants sur la table. 

Το αλάτι και το πιπέρι είναι τα πιο συνηθισμένα κατακάθια στο τραπέζι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store