la condamnation
con
kɔ̃
κο
dam
dɑ̃
ντα
nat
nas
νασ
ion
jɔ̃
γο

Ορισμός και σημασία του "condamnation"στα γαλλικά

La condamnation
01

καταδίκη, απόφαση καταδίκης

décision de justice déclarant une personne coupable et imposant une peine 
la condamnation definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
condamnations
Παραδείγματα
La condamnation du criminel a été confirmée en appel. 

Η καταδίκη του εγκληματία επιβεβαιώθηκε σε έφεση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store