la compétition
compétition
kɔ̃petisjɔ̃
κοπετισγο
composition

Ορισμός και σημασία του "compétition"στα γαλλικά

La compétition
01

ανταγωνισμός, διαγωνισμός

combat ou lutte entre plusieurs pour gagner un prix ou une place 
la compétition definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
compétitions
Παραδείγματα
La compétition était très difficile cette année. 

Ο ανταγωνισμός ήταν πολύ δύσκολος φέτος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store