le comptable
comptable
kɔ̃tabl
kawtabl
comparablecommutable

Ορισμός και σημασία του "comptable"στα γαλλικά

01

λογιστής, ταμίας

personne qui tient les comptes d'une entreprise ou d'une organisation 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
comptables
αρσενικό ενικό
comptable
θηλυκό ενικό
comptable
Παραδείγματα
Le comptable vérifie les factures chaque mois. 

Ο λογιστής ελέγχει τις τιμολογίες κάθε μήνα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store