le complément
complément
kɔ̃plemɑ̃
kawplemaa
compliment

Ορισμός και σημασία του "complément"στα γαλλικά

Le complément
01

συμπλήρωμα, πρόσθετο

chose, personne ou qualité qui complète une autre pour la rendre entière ou parfaite 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
compléments
Παραδείγματα
Son humour est le complément parfait de son sérieux. 

Το χιούμορ του είναι το τέλειο συμπλήρωμα της σοβαρότητάς του.

02

συμπλήρωμα, πρόσθετο

élément de la phrase qui apporte une précision ou complète le sens d'un verbe, d'un nom ou d'un adjectif 
Παραδείγματα
Le complément direct suit le verbe sans préposition. 

Το άμεσο συμπλήρωμα ακολουθεί το ρήμα χωρίς πρόθεση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store