Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le complément
01
συμπλήρωμα, πρόσθετο
chose, personne ou qualité qui complète une autre pour la rendre entière ou parfaite
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
compléments
Παραδείγματα
Son humour est le complément parfait de son sérieux.
Το χιούμορ του είναι το τέλειο συμπλήρωμα της σοβαρότητάς του.
02
συμπλήρωμα, πρόσθετο
élément de la phrase qui apporte une précision ou complète le sens d'un verbe, d'un nom ou d'un adjectif
Παραδείγματα
Le complément direct suit le verbe sans préposition.
Το άμεσο συμπλήρωμα ακολουθεί το ρήμα χωρίς πρόθεση.



























